Στον χώρο βιβλιοπωλείου ,στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ,έγινε η Λέσχη μας ,μαζί με την Λέσχη Γαλάτιστας -Πολυγύρου το Σάββατο 1 του Νοέμβρη 2025 στις 4 το απόγευμα.
Την συζήτηση άνοιξε η κ.Μητσιάλη, εμψυχώτρια της ομάδας, και από τον συγγραφέα τον κ.Δαββέτα, σημειώνουμε τα παρακάτω :
Όταν η μητέρα εμφανίζεται στο όνειρό μου και με ρωτά «πώς είναι να γράφεις;», δεν ρωτά στ’ αλήθεια για τη γραφή. Με ρωτά πώς είναι να ζω έτσι — μέσα στις λέξεις, μακριά από τη σάρκα των πραγμάτων. Η ερώτησή της με διαπερνά σαν μαχαίρι, γιατί ξέρω πως πίσω της κρύβεται η αγωνία της: τι απέμεινε από μένα έξω απ’ όσα επινόησα;
Κι εγώ της απαντώ σιωπηλά: «Όλη μου η ζωή είναι μια επινόηση… το μόνο που δεν επινόησα είναι ο γιος μου.» Όλα τα άλλα — οι σχέσεις, οι τόποι, οι αναμνήσεις — είναι κατασκευές από λέξεις, πλοκές που πλάθω για να μη χαθώ. Η επινόηση δεν είναι για μένα πολυτέλεια, είναι άμυνα. Ένας τρόπος να μετατρέψω τον πόνο σε κάτι που αντέχεται, σε φράση, σε εικόνα, σε ρυθμό. Αν σταματήσω να γράφω, χάνεται και η δυνατότητα να υπάρχω.
Η τέχνη, έτσι όπως τη ζω, δεν είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας· είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο μπορώ να την αντέξω. Η γραφή είναι η μόνη μορφή ζωής που γνωρίζω — κι όταν τελειώνει, με κυριεύει μια βαθιά σιωπή. Μια σιωπή που μοιάζει με θάνατο. Όχι επειδή στερεύουν οι λέξεις, αλλά επειδή παύει να υπάρχει αυτός που τις χρειάζεται.
Ο θάνατος δεν ήρθε για μένα σαν γεγονός. Ήταν πάντα εδώ — διάχυτος στις μέρες, στους ήχους, στα βλέμματα. Όταν στάθηκα μπροστά στο μνήμα της μητέρας μου, ένιωσα μέσα μου να ανοίγεται ένα τεράστιο κενό. Δεν ήταν ο τάφος της· ήταν ο δικός μου. Ένα άνοιγμα που δεν κλείνει, μια αίσθηση ότι ό,τι ήξερα για τον εαυτό μου έχει χαθεί.
Προσπάθησα να την ξαναβρώ — στα οστά, στις στάχτες, στα σημάδια του σώματος. Μα εκεί δεν υπήρχε τίποτα. Η μόνη γέφυρα που απόμεινε ήταν η μνήμη· κι αυτή η μνήμη μόνο μέσα από τη γραφή μπορεί να επιβιώσει. Όταν γράφω για εκείνη, την ανασταίνω. Της δίνω πνοή, φωνή, παρουσία.
Στο τέλος, η φωτογραφία μας στη Σαντορίνη δεν είναι ψευδαίσθηση. Είναι ίσως η πιο αληθινή στιγμή που μου δόθηκε. Εκείνη χαμογελά, εγώ την κοιτάζω, κι ο χρόνος σταματά. Δεν υπάρχει πια απώλεια — υπάρχει μια μικρή συμφιλίωση. Μια γαλήνη που δεν σβήνει τη λύπη, αλλά τη μεταμορφώνει.(Παπασυμεών Ελισσάβετ ΠΕ70)